Αναλύοντας ταινίες: χαρτογραφώντας το Ταξίδι του Ήρωα

Having written the step outline and grouped the scenes into sequences, the next step I take is to compare the story with the Hero’s Journey. My intention is not to lay it onto a Procrustean bed, but to learn something from how much this story is similar or different to the archetypal adventure.

The plot points of the Journey are reference points for every story, whether followed with precision (Hollywood screenplay structure) or differentiation, with some parts shrunk, omitted or augmented (European approach*).

This process resembles the study of a statue and the comparison of its parts and proportions with those of the ideal human body. As artisans, we don’t do this comparison to reach the judgemental conclusion that the other sculptor is an ignoramus (something that is not always wrong), nor because our goal is to only create statues with the ideal proportions. On the contrary, our goal is to study the way another artisan has kept of violated the ideal proportions, in purpose or by mistake. Also, to conclude whether this application or falsification of proportions (and parts -as I said, some times whole parts may be omitted) has an overall positive impact on the audience’s experience. In other words, is the result a strong and interesting story or is it weak and boring?

This comparison I now do almost without thinking or conscious methodology.

If, however, you insist that behind by approach lies some methodology, this could be it: I first locate the most recognisable plot points. They usually are -please, refer to my article on the Journey for the nomenclature- Bad Guys Close In (a threat that appears write after some first big victory of the protagonist at the Midpoint) and the Dark Night of the Soul (a dark period that precedes the proactive, decisive thrust of the protagonist entering the Third Act).

A note: to be honest, the first thing I used to do when I was starting analysing films was struggling to locate the break into the Second Act, something that more often than not I missed completely. Nevertheless, the only thing I needed was practice.

At first, this locating happens mostly through conscious thought, but as you study films, your instinct works more and more. You start recognising a story’s turning points without thinking. The moments when the tables turn for the character and the antagonist gets the upper hand -or vice versa.

There is no quick way for me to teach you how to locate the major plot points. You need to analyse tens of films of various genres (and indeed not only from Hollywood) in order to start seeing its mechanisms.

You can also… cheat a little. For instance, when I feel that I am watching a Midpoint, I check the film’s timer in relation to its full duration. Usually it is the middle, indeed. Even if it is not, though, this doesn’t mean that I am wrong. The films that bend or break the rules broaden our minds and perceptions, reminding us that rules are there for this reason, too.


* In European films, the heroic and proactive element of the protagonist is often shrunk -especially in the Third Act- while the element of hesitation and resistance to action is emphasised. Christopher Vogler himself, in the preface of The Writer’s Journey, referce to herophobic cultures he has met during his international seminars.

Vogler is also concerned about the “aggressive export of Hollywood storytelling techniques and the squeezing out of local accents.” He writes in the same preface: “Is the Hero’s Journey an instrument of cultural imperialism? It could be, if naively interpreted, blindly copied, or unquestioningly adopted.”

I will agree with him and I will not stop underlining the flexibility with which this narrative paradigm must be used, in order to be a tool of fertile creativity and not a sterile mould for stories lacking depth or originality.

Έχοντας γράψει τη σκαλέτα και χωρίσει τις σκηνές σε σεκάνς, το επόμενο βήμα που κάνω είναι να συγκρίνω την ιστορία με το Ταξίδι του Ήρωα. Αυτό δεν το κάνω για να τη βάλω στο κρεβάτι του Προκρούστη, αλλά για να διδαχθώ κάποια πράγματα από το πόσο αυτή μοιάζει ή διαφέρει από την αρχετυπική περιπέτεια.

Τα σημεία πλοκής του Ταξιδιού είναι σημεία αναφοράς για κάθε ιστορία, είτε με απόλυτη ταύτιση (χολλυγουντιανή δομή σεναρίου), είτε με διαφοροποιήσεις, με κάποια μέρη συρρικνωμένα, παραλειπόμενα, ή αυξημένα (ευρωπαϊκή προσέγγιση*).

Μοιάζει αυτή η διαδικασία με τη μελέτη ενός αγάλματος και τη σύγκριση των μερών και των αναλογιών του με αυτά του ιδανικού ανθρώπινου σώματος. Ως τεχνίτες, δεν κάνουμε αυτή τη σύγκριση για να καταλήξουμε στο επικριτικό συμπέρασμα ότι ο άλλος γλύπτης δεν έχει ιδέα (κάτι που δεν αποκλείεται κάποιες φορές να ισχύει), ούτε γιατί στόχος μας είναι να δημιουργούμε μόνο αγάλματα με ιδανικές αναλογίες. Στόχος μας είναι να μελετήσουμε τον τρόπο που ένας άλλος τεχνίτης έχει τηρήσει ή παραβιάσει τις ιδανικές αναλογίες, εν γνώσει του ή καταλάθος. Επίσης, να συμπεράνουμε αν αυτή η εφαρμογή ή μη των αναλογιών (και των μερών -όπως είπα, κάποιες φορές τμήματα ολόκληρα μπορεί να παραλείπονται) έχει θετικό αντίκτυπο στην εμπειρία του θεατή. Με άλλα λόγια, το αποτέλεσμα ήταν δυνατό και ενδιαφέρον ή αδύναμο και ανιαρό;

Αυτή τη σύγκριση, πλέον, την κάνω σχεδόν χωρίς σκέψη και συνειδητή μεθοδολογία.

Αν, ωστόσο, επιμένετε ότι πίσω από την προσέγγισή μου υπάρχει μια μεθοδολογία, αυτή μπορεί να είναι η εξής: εντοπίζω πρώτα τα πιο αναγνωρίσιμα σημεία της πλοκής. Αυτά συνήθως είναι -και παρακαλώ να διαβάσετε το άρθρο μου πάνω στο Ταξίδι για την ονοματολογία- το Οι Κακοί Ξανάρχονται (μια απειλή που εμφανίζεται αμέσως μετά από την πρώτη μεγάλη νίκη του πρωταγωνιστή στο Midpoint) και Η Σκοτεινή Νύχτα της Ψυχής (μια σκοτεινή περίοδος που προηγείται του ενεργητικού, αποφασιστικού ξεσπάσματος του πρωταγωνιστή καθώς μπαίνει στην Τρίτη Πράξη).

Σημείωση: για να είμαι ειλικρινής, το πρώτο που έκανα όταν ξεκίνησα να αναλύω ταινίες ήταν να πασχίζω να εντοπίσω το πέρασμα στη Δεύτερη Πράξη, κάτι στο οποίο πολλές φορές αστοχούσα εντελώς. Ωστόσο, το μόνο που χρειαζόμουν ήταν εξάσκηση.

Αρχικά, αυτός ο εντοπισμός γίνεται κυρίως με συνειδητή σκέψη, αλλά όσο κανείς μελετά ταινίες το ένστικτο δουλεύει όλο και περισσότερο. Αρχίζει να αναγνωρίζει χωρίς σκέψη τις ανατροπές μιας ιστορίας. Τις στιγμές που ο χαρακτήρας που έχει το πάνω χέρι αρχίζει να χάνει -και αντίστροφα.

Δεν υπάρχει γρήγορος τρόπος να διδάξω πώς εντοπίζονται τα μείζονα σημεία της πλοκής. Χρειάζεται να αναλύσετε δεκάδες ταινίες διαφόρων ειδών (και όχι μόνο χολλυγουντιανές) ώστε να αρχίσετε να βλέπετε τους μηχανισμούς τους.

Μπορείτε να… κλέβετε κιόλας. Για παράδειγμα, όταν εγώ νιώσω κάτι ως Midpoint, τσεκάρω το χρονικό σημείο που βρίσκομαι, σε σχέση με τη διάρκεια της ταινίας. Συνήθως είναι όντως το μέσο. Ακόμη και αν δεν είναι, όμως, δε σημαίνει ότι έχω πέσει έξω. Οι ταινίες που λυγίζουν ή σπάζουν τους κανόνες διευρύνουν την αντίληψή μας, υπενθυμίζοντάς μας ότι οι κανόνες υπάρχουν και για αυτόν τον λόγο.


* Στις ευρωπαϊκές ταινίες, συρρικνώνεται συχνά το ηρωικό στοιχείο και η δραστικότητα του χαρακτήρα -ειδικά στην Τρίτη Πράξη- ενώ διογκώνεται το στοιχείο του δισταγμού και της αντίστασης στη δράση. Ο ίδιος ο Christopher Vogler, στην εισαγωγή του Writer’s Journey, αναφέρεται σε ηρωοφοβικές κουλτούρες που έχει γνωρίσει ταξιδεύοντας για τα σεμινάριά του.

Ο Vogler προβληματίζεται, εξάλλου, απέναντι στην επιθετική εξαγωγή αφηγηματικών τεχνικών από το Χόλλυγουντ, που εκτοπίζουν τις τοπικές παραδόσεις. Γράφει στην εισαγωγή του βιβλίου του: «Είναι το Ταξίδι του Ήρωα ένα όργανο πολιτισμικού ιμπεριαλισμού; Θα μπορούσε να είναι, αν ερμηνεύεται αφελώς, αν αντιγράφεται σαν τυφλοσούρτης, αν υιοθετείται χωρίς αμφισβήτηση.»

Θα συμφωνήσω μαζί του και δεν θα σταματήσω να υπογραμμίζω την ελαστικότητα με την οποία πρέπει να χρησιμοποιείται αυτό το αφηγηματικό μοντέλο, ώστε να αποτελέσει γόνιμο εργαλείο και όχι στείρα μήτρα ιστοριών χωρίς βάθος ή πρωτοτυπία.

One thought on “Analysing films: mapping the Hero’s Journey

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *